Είναι πλέον κοινή γνώση ότι τα γονίδια μας σε συνάρτηση με το περιβάλλον μας και την μεταξύ τους αλληλεπίδραση καθορίζουν την ύπαρξη μας. Τα γονίδια είναι συγκεκριμένες αλληλουχίες DNA στις οποίες παρέχονται πληροφορίες που καθορίζουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, τις πρωτεΐνες που δομούν τους ανθρώπινους ιστούς. Γενετική είναι η μελέτη αυτών των γονιδίων και της κληρονομικότητας που προκύπτει από αυτά. Κατανοώντας τις έννοιες των γονιδίων και της γενετικής μπορούμε να κατανοήσουμε και τη σημασία και ανάγκη ενός γενετικού ελέγχου και της συμβουλευτικής του. Διαφοροποιήσεις από το αναμενόμενο φυσιολογικό γονιδίωμα (μεταλλάξεις, διπλασιασμοί, αφαιρέσεις κ.α.) ακόμη και σε ένα αντίγραφο μπορούν να είναι η αιτία για την παρουσία κληρονομούμενης καρδιαγγειακής νόσου.

Οι κληρονομούμενες καρδιαγγειακές παθήσεις είναι μονογονιδιακά νοσήματα. Ένα μονογονιδιακό νόσημα αφορά όχι μόνο τον ασθενή/φορέα του αλλά και την οικογένεια του. Ο γενετικός έλεγχος στον τομέα των καρδιαγγειακών κληρονομικών παθήσεων μπορεί να βοηθήσει στην πρόβλεψη της εξέλιξης της νόσου, να καθοδηγήσει την κλινική προληπτική παρακολούθηση του ασθενούς, να θέσει συγκεκριμένα την εκτίμηση οικογενειακού κινδύνου ανά συγγενή.

Η γενετική ανάλυση στο πεδίο της Καρδιολογίας γίνεται ολοένα και περισσότερο εργαλείο της κύριας πρακτικής και αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος των κατευθυντήριων οδηγιών όπως American Heart Association, Heart Rhythm Society, European Heart Rhythm Association, της Asia Pacific Heart Rhythm Society και της Canadian Cardiovascular Society (PMID: 22075469, 20823110, 21810866 και 21459272). Έχει επίσης αποδειχθεί ότι είναι οικονομικά συμφέρουσα σε σχέση με τον τακτικό κλινικό έλεγχο για τις παθήσεις αυτές.

Οι κληρονομούμενες καρδιαγγειακές νόσοι οι οποίες ελέγχονται στο Ε.Κ.Κ.Α.Ν. εμπίπτουν στις εξής κατηγορίες:

Δομικές μυοκαρδιοπάθειες: Yπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια (HCM), διατατική μυοκαδιοπάθεια (DCM), σύνδρομο μη συμπαγούς μυοκαρδίου (LVNC) αρρυθμιογόνος δυσπλασία της δεξιά κοιλίας (ARVC).

Φαινοαντίγραφα υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθεια: Σύνδρομα Noonan, Anderson-Fabry, Danon, Pompe, PRKAG2, Friedrich’s ataxia, FHL1, LEOPARD, Οικογενή Aμυλοείδωση (ΑΤΤR).

Αρρυθμιογόνα σύνδρομα: Σύνδρομο μακρού QT (LQTS), σύνδρομο βραχέως QT (SQTS), κατεχολαμινεργική πολυμορφική κοιλιακή ταχυκαρδία (CPVT), σύνδρομο Brugada (BrS), σύνδρομο Timothy, σύνδρομο Andersen Tawill, σύνδρομο Wolff Parkinson White, κολπική μαρμαρυγή.

Kληρονομικές αορτοπάθειες: Σύνδρομο Marfan, σύνδρομο Loeys Dietz, σύνδρομο Ehler Danlos, ανευρύσματα θωρακικής αορτής οικογενή και μη.

Γενετική Διάγνωση Και Κληρονομικές Καρδιαγγειακές Παθήσεις

Η γενετική διάγνωση αποτελεί τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο υποκατηγοριοποίησης των κληρονομικών καρδιαγγειακών παθήσεων. Αποτελεί τη βάση για την επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής και τη λήψη επαρκώς τεκμηριωμένων αποφάσεων αντιμετώπισης της νόσου.

Στην υπερτροφική καρδιομυοπάθεια, η γενετική ανάλυση αποτελεί το μόνο τρόπο διαφοροδιάγνωσης μεταξύ κλασικής σαρκομεριδιακής νόσου και παρόμοιων φαινοτύπων όπως η νόσος Fabry, η αμυλοείδωση και άλλες νόσοι που εμπίπτουν στην κατηγορία φαινοαντιγράφων. Η γνώση για την υποκείμενη γενετική βλάβη μπορεί να βοηθήσει στην ακριβή επιλογή της αγωγής και στη στρατηγική παρακολούθησης ώστε να βελτιωθεί η κλινική έκβαση ή να αποτραπούν ανεπιθύμητα συμβάματα στους ασθενείς.

Όσον αφορά τις καναλοπάθειες, η γενετική διάγνωση μπορεί να συμβάλλει στον προσδιορισμό συστάσεων για τον τρόπο ζωής και στην επιλογή κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, καθώς επίσης και στη λήψη αποφάσεων μέχρι και για την τοποθέτηση εμφυτεύσιμου απινιδωτή (ICD). Στον χώρο των αορτοπαθειών, ο προσδιορισμός της υποκείμενης γενετικής βλάβης μπορεί να συμβάλλει στον καθορισμό του χρόνου της χειρουργικής παρέμβασης.

Καθώς στην πλειοψηφία τους οι παθήσεις αυτές κληρονομούνται με αυτοσωμικό επικρατή τρόπο και φέρουν αυξημένο κίνδυνο για αιφνίδιο καρδιακό θάνατο, η γενετική διάγνωση θεωρείται η πλέον αποτελεσματική προσέγγιση για την εκτίμηση του κινδύνου των μελών της οικογένειας. Η αναγνώριση μελών, μέσω στοχευμένου ελέγχου που καθορίζεται από την διαφοροποίηση που φέρει ο πρωτοεμφανιζόμενος (proband) ασθενής της οικογένειας, αναγνωρίζει τους συγγενείς που διατρέχουν κίνδυνο, την αποκάλυψη ακόμη και σιωπηλών και υποκλινικών μορφών της νόσου μέσα στην ίδια οικογένεια και δίνει τη δυνατότητα εφαρμογής προληπτικών μέτρων και/ή συστάσεων περί του τρόπου ζωής. Επίσης δικαιολογεί τακτική κλινική παρακολούθηση.

Συστάσεις για επιλογές στον τρόπο διαβίωσης, όπως αποφυγή ανταγωνιστικής άσκησης, μπορεί να οφελήσουν σημαντικά τα άτομα που φέρουν διαφοροποιήσεις σε σχετικά με τα υπό έλεγχο νοσήματα ενώ επίσης η γνώση αυτή μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη στον οικογενειακό προγραμματισμό.

Μεθοδολογία Γενετικού Ελέγχου

Τα μοριακά γενετικά τεστ (ή γονιδιακά τεστ) ελέγχουν μοναδικά γονίδια, σετ γονιδίων που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο νόσημα ανά φορά ή ακόμα και με έλεγχο όλου του γονιδιώματος και επικέντρωση σε συγκεκριμένο εύρος γονιδίων.

Στην πλειονότητα των γενετικών ελέγχων που πραγματοποιούνται μέσω του ΕΚΚΑΝ χρησιμοποιείται τεχνολογία αλληλούχησης επόμενης γενιάς (ΝGS- Next Generation Sequencing) όπου επιτρέπεται η μαζική παράλληλη αλληλούχηση πολλών γονιδίων στην ίδια εξέταση.

Οι προσεγγίσεις που ακολουθούνται είναι-κατά κύριο λόγο- οι Clinical Exome Sequencing (CES)και Whole Exome Sequencing (WES).

Η μέθοδος ανάλυσης Clinical Exome Solution (CES), αξιοποιεί νέες τεχνολογίες που επιτρέπουν την ταυτόχρονη ανάλυση σε περισσότερα από 4.500 γονίδια του ανθρώπινου γονιδιώματος. Πέρα από την υψηλότατη αναλυτική της δυνατότητα, εμφανίζει ομοιογενέστερη κάλυψη των περιοχών που εξετάζονται, ακόμα και στις πιο απαιτητικές περιοχές, ενώ είναι κατάλληλη για τα περισσότερα περιστατικά με σαφή κλινική εικόνα.

Η μέθοδος ανάλυσης Whole Exome Sequencing (WES), επιτρέπει την ταυτόχρονη ανάλυση σε περισσότερα από 19.000 γονίδια του ανθρώπινου γονιδιώματος. Η μέθοδος ανάλυσης WES μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη σε περιπτώσεις σύνθετων φαινοτύπων, με μεγάλη ετερογένεια σε ότι αφορά τις κλινικές εκδηλώσεις, οι οποίες δεν παραπέμπουν σε σαφή διάγνωση.

Ο όγκος δεδομένων που εξάγεται και στις δύο μεθόδους επιλογής συνεπάγεται πολυπλοκότητα, η οποία αντανακλάται στην ποικιλία των αποτελεσμάτων, τα οποία πρέπει να ερμηνευθούν. Ως εκ τούτου, η λεπτομερής και διεξοδική καταγραφή των κλινικών δεδομένων, τόσο του υπό εξέταση ατόμου αλλά και επιμέρους συγγενών αναλόγως του οικογενειακού δένδρου, είναι υψίστης σημασίας για την πιο ολοκληρωμένη διερεύνηση, τελική αναφορά αποτελέσματος και διάγνωσης.

Ο χρόνος διεξαγωγής αυτών των ελέγχων και της τελικής τους αποτίμησης μέσω της γενετικής συμβουλευτικής είναι 1,5-2 μήνες.

Γενετική Συμβουλευτική

Το Ε.Κ.Κ.Α.Ν. , σε επίπεδο κλινικής αξιολόγησης και γενετικής συμβουλευτικής παρέχει σε συνεχή βάση υπηρεσίες για διάγνωση ή επικύρωση της διάγνωσης, παροχή έγκυρων πληροφοριών για τη γενετική νόσο, καθορισμό του γενετικού κινδύνου και διευκόλυνση στη λήψη αποφάσεων από ασθενείς με κληρονομικά καρδιαγγειακά νοσήματα και τις οικογένειες τους.

Η γενετική συμβουλευτική είναι η διαδικασία κατά την οποία παρέχονται πληροφορίες σε ασθενείς ή άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο για την εμφάνιση γενετικού νοσήματος, σχετικές με την κλινική εικόνα του νοσήματος, την πορεία του, τις θεραπευτικές δυνατότητες, τον κίνδυνο επανεμφάνισης ή μεταβίβασης του και τους τρόπους πρόληψης. Δίνεται ενδελεχής ενημέρωση για τις δυνατότητες και τα όρια του γενετικού ελέγχου ανά νόσημα, τι μπορεί να αναμένει κανείς και τι σημαίνει ένα θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα σε έναν τέτοιον έλεγχο, για τον ασθενή και την οικογένεια του. Είναι μια διαδικασία δύο σταδίων πριν την εξέταση και κατά την ολοκλήρωση της (pre and post genetic counselling).

Η γενετική συμβουλευτική είναι απαραίτητη σε ενήλικες ασθενείς κληρονομικών καρδιαγγειακών νόσων ούτως ώστε να κατανοήσουν τη φύση, την κλινική εικόνα και την πρόγνωση της νόσου που αφορά τους ίδιους και την οικογένεια τους. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η διευρυμένη πληροφόρηση σχετικά με όλες τις προσφερόμενες εναλλακτικές επιλογές διάγνωσης ,πρόληψης και αντιμετώπισης. Μέσα από αυτή την επικοινωνία – πολλές φορές επαναλαμβανόμενη ανά διαστήματα – η οικογένεια υποστηρίζεται και διευκολύνεται στην επιλογή της οποιαδήποτε απόφασης.